Η ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Περιμένω λίγο
να σκουρήνουν οι διαφορές και τ'αδιάφορα
κι ανοίγω τα παράθυρα.Δεν επείγει
αλλά το κάνω έτσι για να μην σκεβρώσει η κίνηση.
Δανείζομαι το κεφάλι της πρώην περιέργειας μου
και το περιστρέφω.Όχι ακριβώς περιστρέφω.
Καλησπερίζω δουλικά όλους αυτούς τους κόλακες
των φόβων,τα αστέρια .Όχι ακριβώς καλησπερίζω.
Στερεώνω με βλεμμάτινη κλωστή
τ'ασημένια κουμπάκια της απόστασης
κάποια που έχουν ξηλωθεί τρέμουνε και θα πέσουν.
Δεν επείγει.Το κάνω μόνο για να δείξω στην απόσταση
πόσο ευγνωμονώ την προσφορά της.

Αν δεν υπήρχε η απόσταση
θα μαραζώνανε τα μακρινά ταξίδια
με μηχανάκι θα μας έφερναν στα σπίτια
σαν πίτσες την υφήλιο που ορέχτηκε η φυγή μας.
Θα ήτανε σαν βδέλλες κολλημένα
πάνω στα νιάτα τα γεράματα
και θα με φώναζαν γιαγιά απ'τα χαράματά μου
εγγόνια μου και έρως αδιακρίτως.
Και τι θα ήταν τ'άστρα
δίχως την υποστήριξη που τους παρέχει η απόσταση.
Επίγεια ασημικά,τίποτα κηροπήγια τασάκια
να ρίχνει εκεί τις στάχτες του ο αρειμάνιος πλούτος
να επενδύει ο θαυμασμός την υπερτίμησή του.

Αν δεν υπήρχε απόσταση
στον ενικό θα μας μιλούσε η νοσταλγία.
Οι σπάνιες τώρα ντροπαλές της συναντήσεις
με την πληθυντική ανάγκη μας
μοιραία τότε θ'αφομοίωναν
την αλανιάρα γλώσσα της συχνότητας.

Βέβαια,αν δεν υπήρχε η απόσταση
δεν θα'τανε σαν άστρο μακρινό εκείνος ο πλησίον
θα'ρχοταν στην πρωτεύουσα προσέγγιση
μόνο δυο βήματα θ'απέχανε τα όνειρα
από τη σκιαγράφησή του.
Όπως κοντά μας θα παρέμενε
η ύστατη φευγάλα της ψυχής.
Προς τί η τόση περιπλάνηση.Χώρος
κενός υπάρχει.Εμείς θα κατεβαίναμε
να ζήσουμε στο υπόγειο κορμί μας
κι εκείνη με τον μύθο της και τα συμπράγκαλά του
θα μετεμψυχωνότανε σε σώμα.

Αν δεν υπήρχες εσύ απόσταση
θα πέρναγε πολύ ευκολότερα
πιο γρήγορα εν μια νυκτί η λήθη
τη δύσκολη παρατεταμένη εφηβεία της
αυτό που χάριν ευφωνίας ονομάζουμε μνήμη.

Όχι ακριβώς μνήμη.Στερεώνω
με βλεμμάτινη κλωστή ομοιώσεις
έχουν ξηλωθεί τρέμουνε και θα πέσουν.
Όχι ακριβώς στερεώνω.Δουλικά περιστρέφομαι
γύρω απ'αυτούς τους κόλακες του χρόνου που
χάριν συντομίας τους ονόμασα μνήμη.
Όχι ακριβώς μνήμη.Ανεφοδιάζω διάττοντες
με παρατεταμένη εκμηδένιση.Επείγει.

 

 

 

Ο Πληθυντικός Αριθμός

Ο έρωτας,
όνομά ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θυληκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

 

 

 

Η γλυκυτάτη αβεβαιότης

Τρισάγια κάθε τόσο
για να δοθεί η υπηκοότητα νεκρού
στον κεκοιμημένον δούλον σου.

Ύψιστε, τί εννοείς
άλλο νεκρός και άλλο δούλος.
Κι από πότε επιτρέπεται
να κοιμούνται έτσι βαθιά
ατιμώρητοι οι δούλοι.

Τον κεκοιμημένον δούλον σου.
Θέ μου, αν απελευθερώνει ο θάνατος
όπως μας το υπόσχεται παρήγορη
η γλυκύτατη αβεβαιότης, εσύ
γιατί τον θές ντέ και καλά δουλέμπορο;

Τον κεκοιμημένον.
Περί ύπνου πρόκειται, Κύριε;
Μα του κολλάει ύπνος του νεκρού
έτσι εύκολα νυστάζει η απώλεια της ζωής;
Εδώ εμείς, δούλοι του απάνω κόσμου ακόμα
κι όμως ποιός κλείνει μάτι
αν δεν τον νανουρίσει όπως ξέρει
μόνο η γιαγιά του η αβεβαιότης
με τη γλυκεία της ρόδινη αφύπνιση.

Κύριε, μήπως όταν ενέκρινες
αυτούς τους ανελέητους ανταγωνιστικούς ψαλμούς
ήσουν ακόμη άνθρωπος;

 

 

ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Εδώ, απέφυγες την περιπέτεια
να ξαναϋπάρχεις
κι είναι το χέρι σου μόνο
στην τετράγωνη νύχτα της φωτογραφίας.
Σαν ανάσταση σκίζει το χάρτινο σύμπαν
μονάχο κι ανεβαίνει,
σαν αίφνης
που αίρει το Λίγο του κόσμου.
Με τέσσερα επί τέσσερα ουρανό που ξεκινάει;
Αλλ’ είναι η ασφυξία των διαστάσεων
ο σπόρος των θαυμάτων.

Περιστρέφω την φωτογραφία,
γιατί προκαλεί εθισμό
η παρατεταμένη χρήση των θαυμάτων.
Εδώ μοιάζει χέρι
που κόπηκε από σώμα χορευτού
την ώρα που έλεγε Ώπα,
γιατί άλλη στροφή θα ετοίμαζε η ψυχή
κι άλλη θα μπόρεσε το σώμα.
Αντίρροπος ρυθμός που σπάζει
το μέλος
και τα μέλη.

Περιστρέφω τη φωτογραφία
Χέρι που βαδίζει
στον ήσυχο στενόμακρο Σεπτέμβρη
των πολλών και βουβών αληθειών.

Εδώ, το χέρι που θα χάραξε
ένα καλή αντάμωση
στην πρώτη πέτρα των ανθρώπων.
Ευχή που πιάνει αν φυτευτεί
σε γη φωτογραφίας μόνο.

Με μια ελάχιστη κίνηση
Το χέρι αλλάζει πάλι
Επαγγελίες αιωρήσεως.
Τώρα, όμοιο χάδι είναι ανοδικό
Στα μακρινά μαλλιά μιας μνήμης.

Αχ, τι θα τις κάνει τόσες ομοιότητες
Για αυτόν τον ένα κόσμο;

Αφήνω τη φωτογραφία να πέσει.
Και το χέρι σου μένει
παλάμη ανεστραμμένη
σε κάποια χειρομάντισσα νεφέλη,
που το διαβάζει:
Μαζί του δεν βλέπει να μας δένει
καμία συνεργασία στα βάρη.
Μαζί δεν θα σηκώσουμε
μήτε νεκρόν από κάτω
μήτε λουλούδι.

 

 

 

ΕΚΛΕΙΨΙΣ

Παρατηρήσατε το φαινόμενό μου;
Την ολική μου,επιτέλους έκλειψη;

Είχα ένα ιδιόκτητο διακριτικό στερέωμα,
προσωπικής μου χρήσεως,
που,διατρέχοντας το,
έγραφα στίχους:
εν ολίγοις διένυα ευπρεπώς τη μοίρα μου.

Χθές λοιπόν,
περί την δωδεκάτην βραδινήν,
χωρίς καμιά ορατή αιτία,
εγώ,ο λυρικός μικρός πλανήτης,
έπαθα ολική σχεδόν έκλειψη.

 

 

MEΛΑΓΧΟΛΙΑ

Στον ουρανό ακροβατεί μεγάλη σκοτεινιά,
Κι έτσι καθώς με πήρε το πάραθυρο αγκαλιά,
με το ένα χέρι
στο δωμάτιο μέσα σέρνω
του δρόμου την απίστευτη ερημιά,
με το άλλο παίρνω
μια χούφτα συννεφιά
και στην ψυχή μου σπέρνω.

 

 

Εύφλεκτη η απόσταση

Ασυγχώρητη η απροσεξία
να μου στείλεις επι χάρτου εφημερίδας
ολοσέλιδη τη φωτογραφία σου
με αναμμένο το τσιγάρο της.

Αν έπιανε φωτιά η παραλαβή;
Ποια πυροσβεστική
ψυχραιμία εις μάτην θα καλούσα
σε ποιο διανυκτερεύον έγκαυμα
θα έτρεχα ανήμπορο εγώ χαρτί καμένο
σε ποιαν εξαντλημένη θεραπεία

σε ποια αποζημίωση μετά.
Ασφάλεια αναθρώσκοντος καπνού
δεν έχω κάνει

 

 

Άφησα να μην ξέρω


Απο τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Ούτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλαί στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Το κράτησα ως τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ως τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιός είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματα του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Με το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι το αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Αίνιγμα δανείστηκα ,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πως λύνεται ένα χθές,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασύμπτωτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ενα πρόσωπο ή ενα βιάζομαι.

Ούτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Κι αν ρώτησα καμιά φορά πως λύνεσαι,
πηγή είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και οχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πως μένουμε αξεδίψαστοι.

Από τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Αναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.

 

 

Γράψε λάθος

Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων
ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

Κατ΄επανάληψη λες, μ΄ έπιασες να γράφω
συνδιάζω αντί συνδυάζω που σημαίνει
συν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο
τα δυό μαζί ενώνω - το ζω το αφήνουμε έξω
γιά μετά, αν πετύχει ο συνδιασμός.

Δεν είναι λάθος φίλε μου.
Είναι μιά πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.
Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον
που να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.
Συνδιασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν
τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.

Απ΄τη σκοπιά του καθ΄ ενός η ορθογραφία.
Πάρε γιά παράδειγμα
τι κινητά που γράφεται το ψέμα:
όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον
σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.
Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα
τότε το γράφεις ψαίμα.

Ρωτάς από που ως που
γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.
Ποιός ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια
ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση
το κοιμητήριο η οικουμένη το οικτρόν
και η αοιδός επιθυμία
απ΄ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια
πρωτογράφτηκε λάθος από το θεό.

 

Η ταχεία ανάρρωση της απληστίας

Ακούω μεσημεριάτικα το λαχειοπώλη
να προσκαλεί αγοραστές στο γέλιο της τύχης.
σπρώχνω πιό πέρα την εγρήγορση
μου πιάνει όλο το χώρο και το ρίχνω
σε μιά τρελή ονειροπόληση,
αμύθητα πως θα άλλαζε η ζωή μου
άν κέρδιζα ένα
ανισόρροπο λαχείο.

Θα ξαναέχτιζα την πείρα μου με θέα
τους απέραντους κατάφυτους ξενώνες.
Επικλινείς σκεπές να μη λιμνάζουν
θέατρα και δάκρυα κακοκαιρίες ρόλων.

Στους κήπους διάχυτα αγάλματα
κομμωτές της ποικιλίας και της πρόβλεψης.
Αγάλματα νεράκια με την πετονιά ροή τους
να ψαρεύουν όσο θέλουν συντριβάνια.
Μάκρος μυστηριώδες βουβός θαυμαστής
θα παίρνει από πίσω τις αλέες
άηχα θα τις ακολουθεί πατώντας
μέσα στον ίδιο θόρυβο βημάτων που αδειάζουν
εκείνες καθώς προχωρούν. Ώσπου
να τις χάσει ξαφνικά - θα του κρυφτούν
σε κάποιο άλλο σχέδιο περιπάτου.

Θ΄αγόραζα λιμάνια αυτοκίνητα ρολόγια ιλιγγιώδη
την κάθε ώρα μου θα ΄ρχόταν ο δικός της
σωφέρ να την παίρνει - θ΄αγόραζα
όλη την άγονη γραμμή επιπλωμένη
με καινούργιους επιβάτες
και πολυτελέστατους καπνούς - θα δρομολογούσα
το πρώτο μακρινό μου εκείνο τρένο,
νεόνυμφη που ήμουν με ταξίδι
άμαθη στα χάδια των συνόρων
στην αγρυπνία των σταθμών και ξένων τόπων
που τίναζαν απρόσεκτα της ονομασίας τους
την καύτρα στα μάτια της ταχύτητας και φεύγαν.
Wagon lit - τότε που πρωτοβλέποντας
τον καναπέ να γίνεται κρεβάτι
ταξίδεψα πως όλα μετατρέπονται
από αναπαυτικό σε αναπαυτικότερο.

Θ΄άρπαζα θα έδιωχνα θ΄ανέβαζα
θα ποδοπατούσα θα φοβέριζα θα σκόρπιζα θα νόμιζα
θα γκρέμιζα και σε τρείς μέρες θα ξανάκτιζα
θα με τρέμαν οι στερήσεις.

Γιά να μπορέσω έτσι θρασύτατα ισχυρή
ν΄αγοράσω πιά την ανάστασή σου.

Σωστά το άκουσες, μή μελαγχολείς.
την ανάστασή σου.
Είδες ποτέ του θαύμα να χάλασε χατίρι
παραμυθένιας τύχης;

Χωρίς παζάρια θα ΄δινα πίσω όσα κέρδισα
και θα γυρίζαμε πεζή, απίστευτοι στο σπίτι.

Θα ξάπλωνες έκει, στη συνέχειά σου.
Θα ΄γερνα κι εγώ, διπλανή αμύθητα.
Κι αφού βεβαιωνόμουνα πως έχεις προσδεθεί
καλά πάνω στο σώμα σου
πως κούμπωσες καλά την ασφαλή επιστροφή σου
θα το ΄ριχνα σιγά-σιγά
σε μιά τρελή ονειροπόληση,
αμύθητα πως θ΄άλλαζε η ζωή μου
αν κέρδιζα ένα
ανισόρροπο λαχείο.

 

 

ΚΟΝΙΑΚ ΜΗΔΕΝ ΑΣΤΕΡΩΝ


Χαμένα πάνε τα λόγια των δακρύων.
Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει
- έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.
Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό
του ανώφελου.
Σιγά -Σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη
να δίνει ωραίες συνταγές μακροζωίας
σε ό,τι έχει πεθάνει.


Ας σταθούμε στο πλευρό ετούτης της μικρής
φωτογραφίας
που είναι ακόμα στον ανθό του μέλλοντός της:
νέοι ανώφελα λιγάκι αγκαλιασμένοι
Ενώπιον ανωνύμως ενθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εύβοια Σκόπελο ;
Θα πεις
και που δεν ήταν τότε θάλασσα.

 

 

 

 

H ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΗ ΠΕΤΡΑ



ΜΙΛΑ.
ΠΕΣ ΚΑΤΙ ,ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ.
ΜΟΝΟ ΜΗ ΣΤΕΚΕΙΣ ΣΑΝ ΑΤΣΑΛΙΝΗ ΑΠΟΥΣΙΑ.
ΔΙΑΛΕΞΕ ΕΣΤΩ ΚΑΠΟΙΑ ΛΕΞΗ,
ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΔΕΝΕΙ ΠΙΟ ΣΦΙΧΤΑ
ΜΕ ΤΗΝ ΑΟΡΙΣΤΙΑ.
ΠΕΣ:
΄΄ΑΔΙΚΑ΄΄,
΄΄ΔΕΝΤΡΟ΄΄,
΄΄ΓΥΜΝΟ΄΄.
ΠΕΣ:
΄΄ΘΑ ΔΟΥΜΕ΄΄,
΄΄ΑΣΤΑΘΜΗΤΟ΄΄,
΄΄ΒΑΡΟΣ΄΄.
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΟΣΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ
ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ,ΑΔΕΤΗ ,ΖΩΗ ΜΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΣΟΥ.

ΜΙΛΑ
ΕΧΟΥΜΕ ΤΟΣΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ .
ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ
ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ.
ΠΕΣ ΚΑΤΙ.
ΠΕΣ ΄΄ΚΥΜΑ ΄΄, ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΤΕΚΕΤΑΙ.

 

 

 

ΕΛΑΝΘΑΝΕ

Οτ ήμουνα ενας άνθρωπος
Που όλο με σκυμμένο το κεφάλι
Με περπατάγανε οι δρόμοι ,αυτό πράχθηκε φανερά σας.
Σας το αφήνω .Επάνω του λοιπόν ,
Αποκεφαλίστε το,
Μοιράστε το σ΄ οσες υποτιμήσεις θέλετε
-πως γην και ύδωρ έδωσα σε φόβους
και σήκωσε κεφάλι η ηττοπάθεια -,
ρίξτε το ολόκληρο
σ οσες αδιαφορίες σας κι άλλο πεινάνε ,
πετάξτε το σε δυό παλιογραμμούλες τύμβο.
Όμως πως σκύβοντας
Ατένιζα ουρανό,
Αυτό δεν θα το αγγίξετε .
Επράχθηκε κρυφά σας
Το έκρυψα καλά
Στην ασφαλή του κεφαλιού μου
Τη λιμοκτόνα στάση .
Σκύβοντας ουρανό ατένιζα
Που εφτιαξα από πτώσεις .
Μαζεύοντας σπυρί – σπυρί
Ο,τι δεν αφομοιωνε το ύψος.
Εζησα,
Τεντωμέν δίχτυ από κάτω ,
Να συγκρατώ ,να περισώζω
Λογής – λογής διάττοντες αυτοκτόνους ,
Τα φωτεινά τους υπολείμματα ,
Εκεί που όλο και χάνει ύψος ,
Όλο και πιο πολύ αποχρυσώνεται
Της μολυβιας τους η κραυγή
Και λυπηρά απολεπταίνει η αιχμή
Της εξαφανισης τους.
Εζησα
Τεντωμένο δίχτυ από κάτω ,
Να σώζω λυπηρότητες ,
Κραυγών αποχρυσώσεις ,
Αιχμών τα φωτεινά υπολείμματα,
Εξαφανίσεων αιχμές .
Εζησα ,
Συνταιριάζοντας τις πτώσεις
Με τις παράταιρες αιτίες τους,
Για να μην παει χαμένο το χαμένο.
Αυτό δεν θα τ. αγγίξετε
Είναι από εύφλεκτο εγώ
Θα με τινάξει όλη στον αέρα σας.

 

 

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

 

 

 

ΤΟ ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟΝ ή

Μ’ έκλεισε μέσα η βροχή
και μένω τωρα να εξαρτιέμαι από σταγόνες.

Όμως πού ξέρω αν αυτό είναι βροχή
ή δάκρυα από τον μέσα ουρανό μιας μνήμης;
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.

Στέγνη στέκομαι ανάμεσα
στα δύο ενδεχόμενα: βροχή ή δάκρυα,
κι ανάμεσα σε τόσα διφορούμενα:
βροχή ή δάκρυα,
έρωτας ή τρόπος να μεγαλώνουμε,
εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.
Το κάθε τελευταίο,
τελευταίο τ’ ονομάζω χωρίς επιφύλαξη.

Και μεγάλωσα πολύ
για να είναι αυτό αφορμή δακρύων.
Δάκρυα ή βροχή, πού να ξέρω;
Και μένω να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Και μεγάλωσα πολύ
για να περιμένω άλλο μέτρο όταν βρέχει
κι όταν δε βρέχει άλλο.
Σταγόνες για όλα.
Σταγόνες βροχής ή δάκρυα.
Από τα μάτια κάποιας μνήμης ή τα δικά μου.
Εγώ ή η μνήμη, πού να ξέρω;
Μεγάλωσα πολύ για να χωρίζω τους χρόνους.
Βροχή ή δάκρυα.
Εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.

 

 

ΑΓΓΕΛΙΕΣ

Διατίθεται απόγνωσις
εις αρίστην καταστασιν,
και ευρύχωρον αδιέξοδον.

Ανεκμετάλλευτον και εύκαρπον
έδαφος πωλείται
ελλείψει τύχης και διαθέσεως.

Και χρόνος
αμεταχείριστος εντελώς.

Πληροφορίαι: Αδιέξοδον.
Ώρα: Πάσα.

 

 

 

ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ

Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη
ατέλειωτα μένουν.

Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,
φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου.

Γι’ αυτό αναγκάζομαι
κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη
με μια εποχή φθινοπώρου
ν’ αποτελειώνω.

 


ΕΝ ΤΕΛΕΙ

Έπειτα από γερή
φιλονικία μεταξύ τους
να γίνει πιο σύντομη,
την είχε πείσει,
πιο τελειωμένη.
Να καταργήσει
τις μακρηγορίες των ονείρων,
και να κρατήσει
την ετυμηγορία τους.

Την είχε πείσει.
Ο χρόνος.



ΕΠΙ ΤΑ ΑΥΤΑ

Νύχτωσε πάλι όπως χθες.
Πάλι όπως χθες νύχτωσε.
Νύχτωσε.
Χθες.
Πάλι.
Προσπάθεια μάταιη
να χτυπηθεί το νόημα,
η αλληλεγγύη του καημού.
Αλύγιστα, μ’ όποια
μετάθεση των λέξεων,
μ’ όποια αποδέσμευσή τους.
Στην κάθε μια χωράει
το τελεσίδικο του όλου.
Μέσα στις ρίζες τους
κυλάει η ίδια παύση.
Λοιπόν, καλύτερα να παραμείνουν
σε μια πεπατημένη πρόταση
και εκ πρώτης όψεως αναίμακτη:
Νύχτωσε πάλι όπως χθες.


ΠΕΡΑΣΑ
Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι, δεν ειμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδηποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ’ αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τούς φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
Στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από δω, πήγα κι από κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από δω, έχασα κι από κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημιάς.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μού’ λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.


ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ
ʼγαλμα γυναίκας με δεμένα τα χέρια.

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.

Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Από μακρυά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθίσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,
πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει τ’ όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σχοινί μαρμάρινο
κι η στάση σου είναι η θέληση σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνιά του αιχμάλωτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη: αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς
ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου.

Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο ʼργος.
Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει
στην πορεία των μαρμάρων,
αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες
για ελευθερίες και ισότητες,
όπως οι δούλοι,
οι νεκροί
και το αίσθημα μας,
εσύ θα πορευόσουνα
μες στην κοσμογονία των μαρμάρων
με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης
κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,
καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.

Σε λέω γυναίκα
γιατί είσαι αιχμάλωτη.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1948.

Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνεται απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.

Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι γι’ αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.

Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
Έτοιμο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.

Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
Τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.

Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφός μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.

Συ δεν φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να’ χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως όπου νά’ ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.



ΚΑΛΧΑΣ.

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
Βοηθάω τη νύχτα να μακραίνει,
να πλαταίνει,
να σβήνει τα χαραμοφάικα φωτάκια.

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
γυμνάζω μαύρα αποκλείεται,
εξαπολύω γυμνασμένα αποκλείεται
και ξεσκίζουν κάτι άστρα τελευταία.

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
αλλάζω φύλλο, γίνομαι σκοτάδι.
Πού θα μου πας λιποψυχία,
καπου θα σε πετύχω
τωρα που ορκίστηκα άυπνη.
Τα υπνωτικά μου μιλιγκράμ
αγγελικά κοιμούνται
κι ο εγκέφαλος μου ξαγρυπνάει
και γλυκά τα νανουρίζει.

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
Βοηθάω τη νύχτα να μακραίνει,
γράφω συνθηματα στους τοίχους των ονείρων:
κάτω τα ξημερώματα των ορνιθοτροφείων,
κάτω η φαυλοκρατία των ελπίδων
«και σπίτια θα σας χτίσουμε
και δρόμους θα σας κάνουμε
και βροχή θα σας φέρουμε
κι ανέμους, κι ανέμους».

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
περιμένω κάτι αποβράσματα σκοτάδια
να μπω στο ρετιρέ του Μάντη Κάλχα.
Θα τον σκοτώσω.
Με βούτηξε σ’ ολόκληρη θυσία
για να πνεύσεις.
Μα εσύ κουρνιάζεις, άπνοια,
πάνω σε κάθε προφητεία
με το πάσο σου.


ΤΥΧΗ ΚΟΙΝΗ.

Οι δρόμοι μου,
οι δρόμοι σας
κι αυτό.

Εκείνος,
εγώ
κι αυτό.

Οι νυμφίοι Μάιοι,
το κατάλληλο ένδυμα
κι αυτό.

Το άμαχο αίσθημα,
το κρυμμένο μαχαίρι
κι αυτό.

Η οδεύουσα δίψα,
η καλή Σαμαρείτις
κι αυτό.

Η μακροζωία των ονείρων,
η εργατικότης των ελπίδων
κι αυτό.

Οι άλτες όρκοι πάνω από το χρόνο,
η φυλλοβόλος μνήμη
κι αυτό.

Ο απαραίτητος ήλιος,
η ξαφνική ωραία διάθεση
κι αυτό.

Η άμιλλα των κίτρινων φύλλων
για μια ψύχραιμη πτώση,
η ποίηση που τα εμψυχώνει
κι αυτό.

Η ανομβρία,
η βροχή
κι αυτό.

Η μύηση των αγαλμάτων
στις δικές μας μεθόδους ανίας,
η θυσία όλο και κάποιας Ιφιγένειας
για ένα ψωροφύσημα ανέμου
κι αυτό.

Η εκγύμναση των λέξεων
να περνούν μέσ’ απ’ τη σιωπή,
η εκγύμναση της σιωπής
να περνά μέσ’ απ’ τις λέξεις
κι αυτό.

Το αυστηρώς φρουρούμενο μέλλον
κι η αρπαγή του στο τέλος
απ’ αυτό:

Το ανώφελο.




ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.



 

ΣΥΝΔΡΟΜΟ
Κοιτάζοντας τον πίνακα του Πικάσο «Το Όνειρο»


της πολυθρόνας τα μπράτσα
υποσυνειδίζονται: Λυγίζουνε σαν χαλαρό
αγκάλιασμα στου κοριτσιού τη μέση,
γιατί το ξέρουνε ακόμα και οι πολυθρόνες
πως όποιος ονειρεύεται δονείται
κι υπάρχουνε και όνειρα
που σε πετάνε χάμω.

....

Καιρό έχω να μιλήσω για όνειρα
καιρό δεν έχω
όνειρα δεν έχω,
συμμετρική ανέχεια.
Οι ώμοι μου
συμμετρικά πεσμένοι και οι δύο.
Κι ότι αντέχω τέτοια ανέχεια
λέω μην είναι όνειρο.
Μην είναι όνειρο
πως όνειρα δεν έχω.
Όνειρο να’ ναι
κι ας με γυμνώνει από όνειρα.

Όνειρα να’ ναι,
Σπόρος να περιφέρεται στον ύπνο μου
κι έχει ο Θεός για μήτρα.
Το πίνω κι ας μην είναι πόσιμο,
έστω τη λέξη να ονειρεύομαι
και δεν ρωτάω καμία Εξακρίβωση
αν είναι όνειρο πως όνειρα δεν έχω.
Για να μιλήσει η κάθε Εξακρίβωση
θέλει να πληρωθεί με όνειρα.
Κι όνειρα να πληρώσω
μια ακόμα Εξακρίβωση
δεν έχω.

...

Όνειρο σημαίνει
φτερούγα ύπνου από κερί
που ήλιο ερωτεύεται και λιώνει
φύλλα που θαυμαστά ισορροπούν
σαν να πατάνε σε κλαδιά
ενώ το βλέπεις καθαρά
πως δεν υπάρχει δέντρο,
ν’ ακούς να τραγουδάνε χίλια ναι
απ’ το λαρύγγι του όχι

Όνειρο σημαίνει
να μην υπάρχουν σύνορα
κι οι βλοσυροί καχύποπτοι φρουροί τους.
Ελεύθερα να μπαίνεις σε άνθρωπο
Κι ούτε τις ει, ούτε τις οίδε.

Δεν ήρθε κι ένα απόγευμα
που να μην γίνει βράδυ.
Και όνειρο σημαίνει
να έρθει κι ένα απόγευμα
που να μην γίνει βράδυ,
να έρθει κι ένα όνειρο
που να μη γίνει άνθρωπος
και έρθει ένας άνθρωπος
που να μη γίνει όνειρο,
τις οίδε, τις ει

Ξανοίχτηκα πολύ σε ορισμούς
Κι είναι επικίνδυνο να κλαις χωρίς πυξίδα.

Φύλαγέ μου, Θε μου, τουλάχιστον
Όσα έχουν πεθάνει.

 

 

 

ΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ

...
Οι αναβαθμίσεις της ψυχής
κάθε φορά σε περισσότερο ψυχή,
δεν είναι ευδαιμονία κατευθείαν.
Πρέπει πρώτα να βυθιστείς ολόκληρος,
Ώρες, μέρες, μπορεί και χρόνια,
Ολόκληρος, και το κεφάλι μέσα,
Στη φρικαλέα τελετή της ασφυξίας.
Κι αν αντέξεις.

Κι αυτά είναι για να σωπαίνονται απόλυτα,
θάνατος σιγαστήρας να τα παίρνει,
να φεύγουνε μαζί μας τα αδιαιώνιστα
πίσω από το πρόσχημα – Όνομά μας,
που μια ζωή κρατάει τσίλιες ενώ αλλού παίζεται το παιχνίδι.
Στέκει εκεί σαν υδρορρόη
Σε μέρος που δεν βρέχει.

 

 

 

ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Περιμένω. Σε φουαγιέ θεάτρου.
Ώσπου να αρχίσει η παράσταση
βλέπω τι παίζεται πλαγίως
εντός ενυδρείου που διασκεδάζει
την αναμονή.

Τετράγωνο περίπου σαν κουτί
παπουτσιών στο νούμερο της υπερβολής.
Σε γωνία σφηνωμένο για να γεύονται
διπλή ασφυξία οι τοίχοι.
Μικρά ψαράκια όσο το χρυσαφί του ήλιου
επάνω σε χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβο
τρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι
τα κυνηγά.
Νάνος βυθός. Τον γαργαλάει εύκολα
με τα κοντά της δαχτυλάκια η επιφάνεια.

Συνθλίβεται η πλεύση συχνά
στις συμπληγάδες πέτρες-χαλίκι
εύρημα στεριανό.
Κάθε τόσο αγωγός κρυμμένος στέλνει
βίαιο αέρα φουρτουνιάζει κάπως η ανία
φύκια ξεμαλλιάζονται με πλαστικόν
ολοφυρμό. Για λίγο
καταποντίζεται η ορατότης.
Μισοπνιγμένη την τραβάνε κατά πάνω
κάτι φυσαλίδες οξυγόνου μικρές
σαν καρφίτσας κεφαλάκι που βγαίνουν
από των ματιών μου τη λιγοστή φιάλη.

Τι λυπάσαι, χρυσόψαρα είναι
ούτε που γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.

Μην το λες. Και μεις τι τάχα γνωρίσαμε;
Κι όμως το νοσταλγούμε αυτό το διόλου.


(2001 ΗΧΟΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ, Ίκαρος)

 

 

 

ΕΚΡΗΚΤΙΚΟ ΠΟΡΙΣΜΑ

Κυνηγέ,
υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά.
Τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι.

Λυτρώσου.
Όλων μας σχεδόν τα πετάγματα
κάποια τα βρήκε αζύγιαστη
ή ζυγιασμένη σφαίρα.

Είτε σκάρτο νερουλό ήτανε το Ικάριο
κερί
είτε γιατί ο ήλιος είναι συνεργάσιμος
μονάχα με τη δύση του
είτε γιατί κατά την απογείωση εξερράγη
εκρηκτικός αντίπαλος.

Υπολόγισε τώρα τι φτερά ταπείνωσε
ενός κλουβιού το ύψος ότι τάχα
κελαηδούσαν γήινα καθημερινά
λες και η ανάγκη υπέργεια να κελαηδήσεις
δεν είναι γήινη δεν είναι καθημερινή.

Μνημονεύω χώρια, με ευλάβεια προσευχετική
τα αυτοκτόνα εκείνα πετάγματα
με σφαίρα που κρυφά τους επρομήθευσε
του ακατανόητου η μεγάλη γενναιότης
δεδικαίωται:
η νεκροψία όλης αυτής της καντεμιάς
έδειξε πως τα μόνα καλότυχα φτερά
τα είχε η ματαιότης.

Ηρέμησε λοιπόν.
Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς
μα δε σκοτώνω άστρα.

Και αν καμιά φορά από μανία αδέσποτη συμβεί
κάποιο να σημαδέψω
το πολύ να κλείσω τον τραυματία κελαηδισμό του
σ' ένα κλουβάκι στοίχου φευγαλέο.


(2001 ΗΧΟΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ, Ίκαρος)

 

 

 

ΕΚΤΡΟΠΗ

Αντί για υακίνθους
είπα να σου φέρω σήμερα ηλιοτρόπια
να έχει η φροντίδα μου πιο ευθυτενές κοτσάνι
και το οστεώδες πλέον νόημά της να μου φανεί
στρογγυλοπρόσωπο ηλιόσπορους γεμάτο.

Ηλιοτρόπια. Συσσωρευτές λάμπουσας θερμότητας.
Ευχήθηκα να επωφεληθείς.

Κι αφού ετακτοποίησα σε ύψος ομοιόμορφο
αισθητικά το χρέος μου στο βάζο
κοντοστάθηκα λίγο να βεβαιωθώ
ότι τα ηλιοτρόπια θα τραπούν
εκεί που επαγγέλλει το όνομά τους.

Κατάπληκτη να στρέφουνε τα είδα
προς της ευχής μου την παράφρονα εκπλήρωση
κοιτάζοντας αντί τον ήλιο εσένα.

Τιμής ένεκεν.
Υπήρξες
χιλιάδες έτη φωτός
απέχεις.


(2001 ΗΧΟΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ, Ίκαρος)

 

 

ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ

Πως πήγε αλήθεια
η μεγάλη εκείνη επιχείρηση αισθήματος
που άνοιξες.

Μαθαίνω σε γονάτισε.
Τουλάχιστον ξεμπέρδεψες με τις υποχρεώσεις;
Βοήθησες τη λήθη να χτίσει;
Χρόνια ονειρευότανε
δική της οικογένεια
δικό της σπιτικό
μακριά
μακριά από τη μνήμη
όσων τις αγαπήσαν και τις δυό.

(2001 ΗΧΟΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ, Ίκαρος)

 

 

 

ΕΠΙΡΡΟΕΣ

Κάτι τι σου είπε η βροχή,
κάτι τι σου είπε ο Σεπτέμβρης,
κι έγινε η μορφή σου
τζάμι θολό,
που πίσω του μπορεί
κανείς ανενόχλητα
μήνες απρόοπτους
να περάσει...

 

 

 

Η ΚΑΚΟΚΑΙΡΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΧΗΜΑΤΩΝ

Το ανέβαλες. Κακοκαιρία μεγάλη, πέσανε χιόνια
κλείσανε οι δρόμοι, πάγοι, μεγάλη ολισθηρότης.
Καλά έκανες. Εάν δεν είναι ολισθηρή η επιθυμία
προς τι να έρθεί;

 

 

 

ΕΜΜΕΣΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ
Ευλογημένο να'ναι το Εμπόδιο
και τρισευλογημένο.
Δέντρο ισκιερής διακιολογίας
ότι δεν φταίμε εμείς,
να βρίσκει δροσερήν αθώωση
ο λιποτάκτης Χειρισμός,
να κολατσίζει με το πάσο της
το μεροκάματιάρικο άλλοθί της
η Αλλοτρίωση μας.

 

 

 

 

 

Διάλογος
Ανάμεσα σε μένα και σε μένα


Σου είπα:
— Λύγισα.
Και είπες:
— Μη θλίβεσαι.
Απογοητεύσου ήσυχα.
Ήρεμα δέξου να κοιτάς
σταματημένο το ρολόι.
Λογικά απελπίσου
πως δεν είναι ξεκούρδιστο,
ότι έτσι δουλεύει ο δικός σου χρόνος.
Κι αν αίφνης τύχει
να σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μη ριψοκινδυνέψεις να χαρείς.
Η κίνηση αυτή δεν θα 'ναι χρόνος.
Θα 'ναι κάποιων ελπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αυτοεκθρονίσου
από τα χίλια σου παράθυρα..
Για ένα μήπως τ' 'ανοιξες.
Κι αυτοξεχάσου εύχαρις.
Ό,τι είχες να πείς,
για τα φθινόπωρα, τα κύκνεια,
τις μνήμες, υδροροές των ερώτων,
την αλληλοκτονία των ωρών,
των αγαλμάτων την φερεγγυότητα,
ό,τι είχες να πείς
γι' ανθώπους που σιγά-σιγά λυγίζουν,
το είπες.

 

 

 

Αυτοσυντήρηση

Θα πρέπει να ήταν άνοιξη
γιατί η μνήμη αυτή
υπερπηδώντας παπαρούνες έρχεται.
Εκτός εάν η νοσταλγία
από πολύ βιασύνη,
παραγνώρισ' ενθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους όλα
όταν τα πάρει ο χαμός.
Αλλά μπορεί να'ναι ξένο αυτό το φόντο,
να'ναι παπαρούνες δανεισμένες
από μιάν άλλην ιστορία,
δική μου ή ξένη.
Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση.
Από φιλοκαλία κι έπαρση.

Όμως θα πρέπει να 'ταν άνοιξη
γιατί και μέλισσες βλέπω
να πετουν γύρω απ΄αυτή τη μνήμη,
με περιπάθεια και πίστη
να συνωστίζονται στον καλύκά της.
Εκτός αν είναι ο οργασμός
νόμος του παρελθόντος,
μηχανισμός του ανεπανάληπτου.
Αν μένει πάντα κάποια γύρις
στα τελειωμένα πράγματα
για την επικονίαση
της εμπειρίας, της λύπης
και της ποιήσης.

 

 

Απροσδοκίες

Θεέ μου τι δεν μας περιμένει ακόμα.

Κάθομαι εδώ και βρέχομαι.
Βρέχει χωρίς να βρέχει
όπως όταν σκιά
μας επιστρέφει σώμα.

Κάθομαι εδώ και κάθομαι.
Εγώ εδώ, απέναντι η καρδιά μου
και πιό μακριά
η κουρασμένη σχέση μου μαζί της.
Έτσι για να φαινόμαστε πολλοί
κάθε που μας μετράει το άδειο.

Φυσάει άδειο δωμάτιο.
Πιάνομαι γερά από τον τρόπο μου
που έχω να σαρώνομαι.

Νέα σου δεν έχω.
Η φωτογραφία σου στάσιμη.
Κοιτάζεις σαν ερχόμενος
χαμογελάς σαν όχι.
Άνθη αποξηραμένα στο πλάι
σου επαναλαμβάνουν ασταμάτητα
το ακράτητο όνομα τους semprevives
semprevives - αιώνιες, αιώνιες
μην τύχεις και ξεχάσεις τι δεν είσαι.

 

 

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Φτασμένοι είναι μόνο οι νεκροί

 

 

Το καταλαβαίνεις αμέσως. Υπάρχουν κάποιοι στίχοι που μόνο στην Κική Δημουλά μπορούν να ανήκουν. Για παράδειγμα, η διαπίστωση «τι αισχροκερδές φάντασμα η απόλαυση» ή η περιγραφή «είχε πανσέληνο η αμφιβολία» ή ο προσδιορισμός «λίγος ιδρώτας λάθους» ή η παρομοίωση «Ο έρωτας μοιάζει / με το χνούδι που φύεται / στο επάνω χείλος του ονείρου κι ύστερα / με του φιλιού την πρόοδο αγκυλώνει» ή η αποστροφή «Δεν είναι λέξη ο καιρός. Είναι / ο κακοήθης όγκος της στιγμής» ή η ερώτηση «Από πότε έχω να γεννηθώ» ή η διαμαρτυρία «Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς / μα δε σκοτώνω άστρα»

Όταν σου μιλάει η Κική Δημουλά, παραξενεύεσαι. Διότι στην καθισιά της, ως «ερασιτέχνης άνθρωπος» όπως λέει, χρησιμοποιεί την ίδια αυτοειρωνεία και τις ίδιες δυνατές εικόνες που πλημμυρίζουν τα γραπτά της. Ετούτη η μειλίχια παρουσία με την καλοπροαίρετη έκφραση και τη νεανική και άτακτη λάμψη στα μάτια, είναι η ίδια που προσωποποιεί τις λέξεις και τα αντικείμενα. Η ίδια που εμπνέεται ποιήματα τόσο από ένα σημείο στίξεως όπως το ερωτηματικό όσο και από τη μετακομιδή των οστών του άνδρα της. Η ίδια που δεν γράφει για «αγαπημένους» αλλά για «επιλαχόντες» και αντί για το «δημιουργός» προτιμά τον χαρακτηρισμό «οικοδόμος». Η Δημουλά είναι που χρησιμοποιεί αιρετικά τη γλώσσα, παντρεύοντας ασύμβατες φαινομενικά λέξεις ­ κάτι που της έχει κοστίσει τον χαρακτηρισμό της εγκεφαλικής ποιήτριας. Δικός της είναι αυτός ο λόγος ο έμμεσος, ο υπαινικτικός, ο αυτοσαρκαστικός και ειρωνικός και ταυτόχρονα τόσο καίριος για την ψυχοφθόρο καθημερινότητά μας, για τον «έρμαιο ψυχισμό» μας, για το γελοίο που μας απειλεί, για τη ματαιότητα. Έτσι εκφράζει την αγάπη της για τη ζωή και αυτή είναι η εξέγερσή της.

Φέτος η Κική Δημουλά συμπληρώνει μισόν αιώνα στα γράμματα. Με δέκα βιβλία στο ενεργητικό της (που μόλις πριν από λίγες μέρες έγιναν έντεκα), με πωλήσεις πολύ υψηλές για τα δεδομένα της ποίησης, είναι η δημοφιλέστερη και η πλέον βραβευμένη Ελληνίδα ποιήτρια, γνωστή και στο εξωτερικό από τις μεταφράσεις της σε αγγλικά, γαλλικά, σουηδικά, ισπανικά, ιταλικά, γερμανικά και, όπως όλα δείχνουν, μέλος σε λίγο καιρό τής Ακαδημίας Αθηνών. Παρ' ότι όμως όλο και πλησιάζει, αν όχι αγγίζει, την ευρύτατη αναγνώριση, εκείνη προτίμησε να τιτλοφορήσει την καινούργια της συλλογή με 40 ποιήματα που κυκλοφόρησε από τον «Ίκαρο»: «Ήχος Απομακρύνσεων». ʼλλη μία ένδειξη της αμφισημίας που τόσο την εκφράζει.

«Απομακρύνομαι από κάτι, σημαίνει και πλησιάζω κάπου», λέει στα ΠΡΟΣΩΠΑ 21ος ΑΙΩΝΑΣ. «Όσο μελαγχολικός κι αν ακούγεται ο τίτλος, ενέχει μια κίνηση. Εγώ δεν πιστεύω ότι αδειάζει μία θέση και μένει κενή. Απομακρύνομαι π.χ. από μία ελπίδα, σημαίνει ότι πλησιάζω τη βεβαιότητα ότι μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς αυτήν. Απομακρύνομαι από τις ανασφάλειές μου, από την εξάρτησή μου από φόβους... Η μία στιγμή απομακρύνεται από την προηγούμενη και εγώ η ίδια απομακρύνομαι από την ηρεμία που μου έδιναν οι δεκαετίες μπροστά μου. Όταν φθάνω στο τέλος του ποιήματος, έχω απομακρυνθεί πολύ από την αρχή του. Κάθε ποίημά μου απηχεί αυτή την απομάκρυνση τόσο από τα αισθητά όσο και από τα μη αισθητά».

Όσο κι αν αυτό ακούγεται βαρύγδουπο. Τα ποιήματα αυτά έχουν πάνω τους το σημάδι της μοίρας.

Η Κική Δημουλά τα είχε έτοιμα σχεδόν από το περασμένο καλοκαίρι, όταν τελικά βρήκε την ευκαιρία να τα δώσει για το τελικό ΟΚ στην κόρη της «που έχει κρίση λαμπρή και σκληρή». Έφευγε τότε με την οικογένειά της και τα δύο μικρά εγγόνια της ποιήτριας για μια σύντομη εκδρομή. Επιστρέφοντας όμως, εκεί κοντά στο Ξυλόκαστρο, το αυτοκίνητο μπήκε στο αντίθετο ρεύμα, ντελαπάρισε και όλοι βρέθηκαν στην Εντατική, ζωντανοί σαν από θαύμα. Τα χειρόγραφα σκόρπισαν στους αγρούς ανάμεσα στα παλιοσίδερα και όταν ο κίνδυνος για τους αγαπημένους πέρασε, η Κική Δημουλά έστειλε την ανιψιά της να δει τι απέγιναν. Τα ποιήματα βρέθηκαν ζωντανά κι αυτά, ανάμεσα στα χώματα και στα χορτάρια. Ήθελαν να εκδοθούν.

Γιατί γκρεμίζονται τα όνειρα κ. Δημουλά;

«Ίσως επειδή δεν υπάρχουν ιδιοκτήτες ονείρων που να τα φροντίζουν και να τα συντηρούν. Περιφερόμενοι άστεγοι τα κατοικούν, συχνά πολλοί μαζί στο ίδιο όνειρο ­ ετοιμόρροπη κατάσταση. Αφήνω που τα περισσότερα όνειρα είναι χτισμένα επάνω σε μπαζωμένα ρέματα. Έναν μικρό σεισμό να κάνει ο ύπνος κι ένας ισχυρός να προκληθεί από το ρήγμα της αφύπνισης, σωριάστηκαν».

Και τα αισθήματα, γιατί βρίσκουν όπως λέτε «αλλήθωρη ανταπόκριση»;

«Ακούστε, δεν ξέρω πόσην αδιαμφισβήτητη ευθύτητα είχαν τα βλέμματα που εσείς δεχθήκατε, αλλά εγώ, και τα 2/3 τουλάχιστον της ανθρωπότητας, χρειάστηκε πολλές φορές να πούμε: "Εδώ, εμένα κοίτα, κοίτα με καλά στα μάτια"».

«Ν' αντέξεις είναι το ζητούμενο, όχι να καταλάβεις», γράφετε σε ένα από τα καινούργια ποιήματά σας (το «Πάλι σε συγχωρώ»). Μα, δεν είναι ηττοπαθής αυτή η στάση;

«Αν σ' αυτά που λέω, βλέπετε ηττοπάθεια, τότε σημαίνει ότι ηττήθηκε η σαφήνεια του στίχου, το νόημά του. Ν' αντέξουμε, προσπαθούμε, κάθε τι που μας πονάει, παραιτούμενοι από το να το κατανοήσουμε. Επειδή δεν κατανοείται το επώδυνο».

«Ήχος απομακρύνσεων». Εσείς από τι έχετε απομακρυνθεί σε σχέση με τα όσα καταθέτατε στις προηγούμενες ποιητικές συλλογές σας;

«Απομακρύνθηκα από εκείνη τη "Φρόνηση", την "ψεύτρα", που ξεγέλαγε τον Καβάφη λέγοντάς του: "Αύριο. Έχεις πολύν καιρό"».

Εγώ σας βλέπω τρυφερή, ανθεκτική, επιεική, καθόλου διεκδικητική. Όμως τα ποιήματά σας βάζουν κι άλλες αποχρώσεις. Τι άνθρωπος είστε;

«Δεν ξέρω. Πάντως είμαι πολύ φιλόξενη σε κάθε ατέλεια και αδυναμία. Παρέχω άσυλο βεβαίως, αλλά όχι και συγγνώμη πάντα».

Μπορεί ένας ποιητής να είναι και καλός ως ποιητής και ευτυχισμένος ως άνθρωπος;

«Και καλός ποιητής και ευτυχισμένος; Πάει πολύ. Σαν μεγάλη εύνοια το βλέπω...».

Μια μεγάλη αναγνώριση, όπως για παράδειγμα το Αριστείο της Ακαδημίας Αθηνών, που πρόσφατα σας δόθηκε, ένα κρατικό ή ένα διεθνές βραβείο, τι σημαίνει για μια ποιήτρια όπως εσείς;

«Σημαίνει ότι ο Θεός είναι πότε πότε και θαυμαστής μου».

Όλη η ζωή είναι μια εκκρεμότης

Λέτε όλη την αλήθεια στα ποιήματά σας κυρία Δημουλά;

«Όχι, βέβαια. Παίρνουν όση δική μου τους χρειάζεται για να επινοήσουν τη δική τους. Επιδίωξή τους είναι, αυτή η νοθεία να φανεί ως γνησιότης. Αν και: «η αλήθεια μόνο έναντι θανάτου δίδεται» όπως έγραψε στα «Ελεγεία...» ο Ελύτης.

Είστε ολιγογράφος. Κάτι σπάνιο στην εποχή μας. Πώς αισθάνεστε λοιπόν κάθε φορά που τελειώνει μια δουλειά σας και παίρνει τον δρόμο της έκδοσης;

«Περίπου όπως αισθάνεται απαρηγόρητος κανείς, όταν βίαια σχεδόν, με δική του απόφαση, αποχωρίζεται ένα μακροχρόνια αγαπώμενο πρόσωπο, επειδή διαβλέπει ότι ποτέ δεν θα το κατακτήσει στο βαθμό που ορίζει η ολοκλήρωση».

Με την ίδια αίσθηση του ανολοκλήρωτου αποχωριστήκατε και τα καινούργια ποιήματά σας;

«Περιέργως, όχι. Νομίζω ότι κοινοποιώ με μεγαλύτερη άνεση την παραίτησή μου από την περαιτέρω προσπάθεια...».

Ο «Ήχος Απομακρύνσεων» είναι μαύρος και κυνικός. Μήπως είναι η εύκολη συνταγή;

«Προσέξτε: Θεωρώ πως υπάρχει μια προκατάληψη εναντίον της απελπισίας. Ενώ κατ' εμέ η απελπισία είναι μία απεξάρτηση από την ελπίδα. Το λέει και ένας στίχος που μ' αρέσει, του Καρούζου: "Δεν είναι φορτίο για τη χώρα των αγγέλων η απελπισία". "Μαύρος" λοιπόν και "κυνικός" ο "Ήχος..."; Όχι. Ώριμος απλώς να ακουστεί. Ήταν αδύνατον να τον ακούσουμε, όταν η γέννησή μας, μας απομάκρυνε από την ανυπαρξία και πολύ δύσκολο, όταν, θορυβώδης ο χρόνος, μας απομάκρυνε από τη νεότητα.

Αισιόδοξη λοιπόν, παρά ταύτα;

«Αφού δεν απέκλεισα και την απομάκρυνση της εξάρτησής μου από φόβους και ανασφάλειες».

Κι όμως, τα περισσότερα καινούργια ποιήματά σας, σαν να τα σκιάζει η αίσθηση της ματαιότητας. Δεν είναι εξεγερμένα.

«Ποιαν άλλη εξέγερση θέλετε εκτός από τη μεγάλη αγάπη που έχω για τη ζωή. Όταν όμως κάποτε δεν θα μπορώ να την νιώθω, δεν θα αποδειχθεί άραγε μάταιο το "εξεγερμένο", μέγεθός της;».

Πώς μπορεί κανείς να προχωρά μπροστά, όταν νιώθει πως όλα είναι μάταια;

«Ο κόσμος πρόκοψε με ανθρώπους που εν γνώσει της ματαιότητας, για να αντεπεξέλθουν τον πόνο της ματαιότητας, δημιούργησαν. Μπορείς λοιπόν να προχωράς, αρκεί να μη γονατίζεις στη σκέψη της ματαιότητας. Όλη η ζωή μας άλλωστε δεν είναι μια εκκρεμότης; Αφού είμαστε θνητοί. Επειδή είναι προσωρινός ο άνθρωπος, γίνεται ενοχλητικός και διεκδικητικός αντίπαλος. Ενώ, αν μπορούσαν να διαρκούν οι χαρές που νιώθει, θα ήταν πολύ καλύτερος».

Έτσι σκεφτόσαστε στα νιάτα σας;

«Δεν τα σκεφτόμουν αυτά. Αλλά επειδή ήμουν μελαγχολικό παιδάκι, πρέπει να πέρναγαν αοράτως μέσα μου. Είχα και μια μάνα μελαγχολική και ίσως να απερρόφησα αυτήν την εικόνα της. Ο γιος μου ο Δημήτρης (σ.σ.: έγκυρος μεταφραστής) μου μοιάζει σ' αυτό, η κόρη μου η Έλση σαν να ξέφυγε...».

«Το ρεζουμέ είναι / πως δε γευτήκαμε παράδεισο κανέναν / μήτε δικής μας παραγωγής φυσικόν / μήτε του ʼλλου με συντηρητικά», λέτε στο «Οικολογικό» μιλώντας για απώλεια δύο παραδείσων. Ποιος είναι ο δεύτερος;

«Νομίζω, αρμόδιο να απαντήσει είναι το ίδιο το ποίημα, η στιγμή που γράφτηκε, η οποία και έδωσε τις πληροφορίες, καθώς και η υπερβολή που τις επιβεβαίωσε. Υποθέτω πάντως ότι ο δεύτερος παράδεισος είναι το φάντασμα του πρώτου, δηλαδή η άνοιξη, η άνοιξη των αισθημάτων, η άνοιξη της μνήμης, της περιέργειας. Ελάχιστα προφταίνουμε να επωφεληθούμε γιατί χειμωνιάζουν πολύ γρήγορα οι συμπεριφορές, παρά τα συντηρητικά που χρησιμοποιούμε ονειρευόμενοι».

Και γιατί διαλέξατε τη χλόη να διαμαρτύρεται γι' αυτή τη στέρηση;

«Αγαπώ ιδιαίτερα αυτό το μικρόσωμο πράσινο και θέλησα να του δώσω φωνή. Πέρασε από τα μάτια μου η ματαιωμένη εικόνα της προετοιμασίας της. Είδα αυτή τη λεπτεπίλεπτη πρωτοβουλία της γης, να φυτρώνει και να στρώνεται ως έξοχος μαλακός τάπης επάνω σε όλη τη μεγάλη έκταση της χωματένιας υποσχέσεως που μας δόθηκε, για να κυλιούνται επάνω της χωρίς πόνο, τα ξαφνιασμένα παιχνίδια των πρωτόπλαστων και η εύχαρις αδεξιότης της γνωριμίας τους. Ε!, τον παράδεισο αυτού του συμπλέγματος, δεν πρόλαβε, η χλόη, να τον γευτεί».

Ομολογείτε ωστόσο κάπου ότι έχετε «απωθημένους ουρανούς». Αν πρόκειται για απωθημένες ματαιώσεις, όπως φαντάζομαι, δεν σας πληγώνει που τις συντηρείτε; Ή είστε τόσο σοφή;

«Πληγώνομαι, σημαίνει, κοντά στα άλλα, αποκτώ γνώσεις. Ε! με λίγη παραπάνω μελέτη της ματαιότητας, ένα Lower σοφίας κουτσά - στραβά το παίρνεις...».

Γιατί δεν σκέπτεστε να αλλάξετε τον κόσμο;

«Όταν γράφω, ο δικός μου πάντως κόσμος, αλλάζει. Υποθέτω και κάποιου αναγνώστη αλλάζει ο κόσμος, αν τύχει να του αρέσει κάποιο ποίημά μου. Κι αν ακόμα ελπίσω ότι μετά από αιώνες, έστω, κάπου θα συναντηθούν όλες αυτές οι μερικές ευαισθητοποιήσεις για να αλλάξουν συθέμελα ολόκληρο τον κόσμο, προβλέπω αιματοχυσία. Κάθε "δημιουργός" ­ κακή λέξη, ας πω "οικοδόμος" καλύτερα ­ θα υπερασπίζεται το δικό του μοντέλο βελτιώσεως. Ποιο θα εγκρίνει ο Θεός απαρνούμενος το δικό του;».

Μιλάτε για τον Θεό και στα ποιήματά σας συζητάτε με τον Χριστό. Πιστεύετε ότι η μοίρα μας είναι προκαθορισμένη από μία ανώτερη δύναμη. Τον Θεό της Ορθοδοξίας ειδικότερα;

«Είναι και δικά μου ερωτήματα αυτά, που για να τα κατευνάσω, τα συζητώ πότε με τον Θεό, πότε με τον Χριστό, με την ορθόδοξη πάντα ελπίδα ότι δεν είναι προκαθορισμένη ούτε αμετάκλητη η, πράγματι, ανωτέρα δύναμη της σιωπής τους. Εν τω μεταξύ, τηρώ πάντα τα ήθη του ουρανού και τα έθιμα της γης...».

«Εξεδιώχθη», λέτε σε μια ωραία αντιστροφή, «από τον έρωτα ο παράδεισος» και πολλαπλασιάστηκε η μοναξιά. Είναι τα πράγματα χειρότερα από τότε που αρχίσατε (1950) να γράφετε ποίηση;

«Δεν είναι χειρότερα. Ακαταπολέμητα είναι».

Πώς συμβιώνετε με τόση πίκρα; Δεν σας δηλητηριάζει;

«Καθόλου. Την παίρνω προσεκτικά, με συστηματικές προκαθορισμένες δόσεις και δρα ως αντίδοτο».

Στην Ελλάδα υπάρχει μία σύγχυση σε σχέση με τα καλλιτεχνικά και πνευματικά μεγέθη. Πώς αισθάνεστε σε ένα τοπίο όπου κάθε στιγμή τα πράγματα τείνουν να σας ισοπεδώσουν;

«Ακόμα και στους πιο επιμελημένα ασφαλτοστρωμένους δρόμους κάποιοι ανοιχτοί πόροι, κάποιες μικρορωγμές, διευκολύνουν μερικά αγριόχορτα να φυτρώνουν υπερβαίνοντας την ισοπέδωση».

Τι θυσιάσατε στην ποίησή σας;

«Ε! όχι και φωτοστέφανο για να καλύψουμε το δάφνινο στεφάνι που ονειρευτήκαμε».

«Από τον επόμενο κόσμο ήρθα, και στον προηγούμενο θα ξαναγυρίσω»

Η Κική Χρ. Ράδου ήταν 21 χρόνων όταν την Πρωτοχρονιά του 1952 πήρε στα χέρια της την πρώτη έκδοση των ποιημάτων της, που ξεκινούσε με τους εξής στίχους: «Την ιστορία μου πολύ θα το 'θελα να γράψω / στης περαστικότητας επάνω την ευχέρεια / Να την γράψω με στάχτη, / για να τηρώ, όπως πάντα μου άρεσε, τις αναλογίες...».

Ο αδελφός τής μητέρας της, ο Παναγιώτης Καλαμαριώτης, τα είχε μαζέψει κρυφά και είχε φροντίσει να εκδοθούν. Μέχρι τότε, μόνο δύο ποιήματά της είχαν δημοσιευθεί στη «Νέα Εστία», το 1950. Επειδή όμως ο Πέτρος Χάρης την πρόσεξε και έγραψε μια κριτική για εκείνην στην «Ελευθερία», ο πατέρας της εξαγριώθηκε, καθώς δεν ήθελε το όνομά του να φιγουράρει σε εφημερίδα αριστερών ιδεών. Αυτή η σκιά στη χαρά της, θα μπορούσε να την είχε τραυματίσει θανάσιμα. Όμως, ήταν ήδη αργά. Η Βασιλική Ράδου έπεσε στην αγκαλιά του ʼθου Δημουλά, γείτονα και γιου τής διευθύντριας του σχολείου της, νεαρού πολιτικού μηχανικού που της έκανε παλιότερα ιδιαίτερα στα Μαθηματικά...

Παντρεύτηκαν το 1954 και έζησαν μαζί τριάντα ένα χρόνια. Ποιητής εκείνος, αδικημένος ίσως, την παρότρυνε πιστεύοντας απολύτως στο χάρισμά της. Έγινε «η συνισταμένη όλων της των κραδασμών». Κι εκείνη, ενώ στην αρχή λαχταρούσε περισσότερο να ζήσει παρά να γράφει, άρχισε να ξεκλέβει χρόνο από την καθημερινή δουλειά της στην Τράπεζα της Ελλάδος (όπου εργάστηκε 25 χρόνια), από την ανατροφή των παιδιών της, από το νοικοκυριό και από την άγρυπνη παρακολούθηση της πεθεράς της και να τον αφιερώνει στα ποιήματά της. Καθόταν τη νύχτα ή τα χαράματα στο τραπέζι της κουζίνας και όσο δεν έπαιξε με τη ζωή, έπαιζε και πάλευε με τις λέξεις και τα πράγματα που ζωντάνευε. Παράλληλα, για το περιοδικό τής Τραπέζης που διηύθυνε ο Νάσος Δετζώρτζης έγραφε μικρά διηγήματα που έκαναν τις συναδέλφους της να λειώνουν στο κλάμα.

Στο διάστημα 1952-1963 κυκλοφόρησαν οι τέσσερις πρώτες συλλογές της, ακολούθησε έπειτα μια δεκαετία σιωπής και το 1971, στα 40 της, ξεχώρισε με το «Λίγο του Κόσμου» που της χάρισε το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Πεζά αφηγήματα δεν ξανάγραψε, «γιατί δεν τα βγάζω πέρα με τη μεγάλη ανάλυση». Συνέχισε όμως, όλο και πιο απαιτητική, να καλλιεργεί με μια «καλοήθη φιλοδοξία» την τέχνη της Σαπφούς και να σκέπτεται την καθημερινότητα και τη φθορά της. «Γιατί όταν σκέπτεται κανείς την καθημερινότητα, σκέπτεται τη ζωή και την αξία της». Το 1981 κυκλοφόρησε λοιπόν το «Τελευταίο σώμα μου» και το 1988, τρία χρόνια μετά τον θάνατο του άνδρα της (1985), το «Χαίρε ποτέ» που της χάρισε το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ήταν ήδη η πιο αναγνωρισμένη και δημοφιλής Ελληνίδα ποιήτρια όταν, το 1994, πήρε το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για την «Εφηβεία της λήθης» και στη συνέχεια... έγινε CD (από την His Master's Voice της ΕΜΙ) διαβάζοντας ποιήματά της σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου.

Ακολούθησε το best seller της «Ενός λεπτού μαζί» το 1998 και φέτος, λίγο πριν κυκλοφορήσει η καινούργια της συλλογή, το Αριστείο της Ακαδημίας που της ανοίγει τις πόρτες στον οίκο των Αθανάτων.

Η Κική Δημουλά ανάβει το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο και συνεχίζει να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται. Γνωρίζει την αξία της, αλλά δεν θα το παραδεχθεί ποτέ και ποτέ δεν θα διεκδικήσει την αναγνώρισή της. Διότι κατά έναν τρόπο, όπως γράφει, είναι ξένη σ' αυτόν τον κόσμο. «Από τον επόμενο ήρθα και στον προηγούμενο θα ξαναγυρίσω».

Κριτής μου, η ανησυχία μου

Η Δήμητρα Γαλάνη έβαλε την Δημουλά στο πρόγραμμά της στη «Σφεντόνα» και η Τάνια Τσανακλίδου σε συνεντεύξεις ή δηλώσεις της, δανείζεται συχνά στίχους της. Το σημερινό κοινό την γνωρίζει καλά, όπως δείχνουν οι πωλήσεις των βιβλίων της, που «άνοιξαν» αφότου, το καλοκαίρι του 1998, μεταγράφηκε από την εσωστρεφή και βιβλιοφιλική «Στιγμή» στον πιο εξωστρεφή «Ίκαρο», εκδοτικό οίκο των Νόμπελ. Η συγκεντρωτική έκδοση των «Ποιημάτων» της από τον «Ίκαρο» έχει πουλήσει 15.000 αντίτυπα και το «Ενός λεπτού μαζί», η προτελευταία ώς τώρα συλλογή της, άλλα 15.000 σε δυόμισι χρόνια. Αυτό, στην ποίηση λέγεται «μπεστ σέλερ».

Η Κική Δημουλά δεν υπήρξε βέβαια ποτέ παραγνωρισμένο ταλέντο. Από την κριτική του Πέτρου Χάρη μέχρι το «Εγεννήθη ημίν ποιήτρια» του ʼρη Δικταίου, όλα δείχνουν ότι οι μυημένοι την είχαν επισημάνει από πολύ νωρίς. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1960 η «δύσκολη» Μέλπω Αξιώτη, γράφοντας από την Ιταλία στον Γιάννη Ρίτσο, σημειώνει: «Αλήθεια, στην "Καινούργια Εποχή" είναι δύο περίφημα ποιήματα της Δημουλά, άγνωστή μου κι από λίγο να μην τα διαβάσω, επειδή την λένε Κική. Σπάνια, στις μέρες μας, η καθαρεύουσα μπόρεσε να αναδείξει με τέτοιο τρόπο το δραματικό στοιχείο μιας σάτιρας». Η ίδια εκτίμηση βρίσκεται και στα κατοπινά γράμματά της, προς την Δημουλά πια ­ όταν είχε ωριμάσει η ποίησή της ­ αλλά και στα γράμματα του Ελύτη, παρ' ότι ο δικός του δρόμος ήταν τόσο διαφορετικός από τον δικό της. Τα τελευταία χρόνια όμως, η απήχησή της έχει φθάσει και στο ευρύτερο κοινό των νέων. Ίσως γιατί η ιδιαίτερη φωνή της ταιριάζει καλύτερα στην αποδομητική διάθεση της εποχής... Μαζί, ωστόσο, έχει εμφανιστεί και μια τάση αμφισβήτησής της, που παίρνει σβάρνα όχι μόνο το έργο της αλλά και τις επιλεκτικές συνεντεύξεις της. Κι ας είναι η Δημουλά από τις πλέον διακριτικές παρουσίες στον πνευματικό χώρο. Εκείνη δεν θα μπορούσε φυσικά να απαντήσει παρά μόνο με τα ποιήματά της. Έτσι, σ' ετούτη τη συλλογή, δύο ποιήματα, το «Πάλι σε συγχωρώ» και οι «Αντιγραφές αισιοδοξίας ΙΙ», αναφέρονται σε όσους την επέκριναν για «κόπωση θεμάτων», «απουσία οίστρου», «έλλειψη ανανέωσης», αλλά προχωρούν και πέρα από αυτά, εις βάθος.

Η Κική Δημουλά αντιστρέφει κάθε εύκολη κριτική και απαντά με την ίδια την ποιητική της, ξεκαθαρίζοντας μια για πάντα τι θεωρεί «καινούργιο» και τι «παλιωμένο», τι σημαίνουν οι επαναλήψεις στην ποίησή της, γιατί μένει πιστή στις εμμονές της.

Όταν, λοιπόν, της θέσαμε την ερώτηση «Σε ποιον απαντάτε ­ σε πραγματικούς ή φανταστικούς επικριτές ­ όταν με δυο σας ποιήματα υπερασπίζεστε κάποιες εμμονές σας και χαρακτηρίζετε το "καινούργιο" λίγο σαν χίμαιρα;», εκείνη τόνισε: «Απαντώ στον ένα, στον πιο αμείλικτο κριτή και επικριτή μου: στην ανησυχία μου».

Τα ποιήματά της, όπως εξήγησε, «δεν γεννιούνται καθόλου εύκολα. Το θέμα μπορεί να το προκαλέσει μία λέξη ενός πρώτου στίχου και τη μορφή, συνήθως, κάποιος στίχος που γράφεται αφού σου αποσπάσει την υπόσχεση ότι θα είναι ο τελευταίος του ποιήματος. Τιμητική, κατά τη γνώμη του, θέση...».

Παρ' όλα αυτά, την λεγόμενη «απουσία οίστρου» ­ το κόλλημα ­ την έχει νιώσει άραγε; «Αν οίστρο εννοείτε εκείνο το κατακλυσμιαίο ανεμπόδιστο γράψιμο, τέτοιον δεν έχω», ομολογεί. «Έχω όμως οίστρο, επιμονής και υπομονής: τοποθετώ το δόκανο μέσα σε πυκνό θάμνο και περιμένω μήνες, ίσως και χρόνο, να πιαστεί το θήραμα-ερέθισμα». ʼρα το «ταλέντο» δεν είναι η απάντηση σε όλα;

«Πώς να ξέρω τι είναι ταλέντο», αναρωτιέται η Δημουλά, ζωγραφίζοντας με δεξιοτεχνία μια σειρά ορισμούς, από τους οποίους μπορούμε να διαλέξουμε. «Ίσως είναι η υπογραφή που βάζει ανώτατο στέλεχος κάποιας ανώνυμης εταιρείας σε μια κοπιώδη εργασία παρουσιάζοντάς την έτσι σαν δική του, ενώ μόχθησαν να την κάνουν κατώτατα αφανή στελέχη. Μπορεί πάλι να πρόκειται για μια έμμονη ιδέα μας, μόνο. Αλλά και πραγματική δωρεά αν είναι, την θεωρώ νοσηρά αδρανή και πολύ τεμπέλικα θλιμμένη. Βγαίνει κάθε τόσο απ' αυτήν τη φάση, χάρη στην εντατική ψυχοθεραπεία στην οποία την υποβάλλει η εξίσου νοσηρή επιθυμία μας να αποδείξουμε ότι μας έχει δοθεί αυτή η δωρεά».

Ύστερα απ' αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει, όταν επιμένει ότι «Ποτέ» δεν νιώθει σίγουρη ότι ένα ποίημα της έχει ολοκληρωθεί...

Πώς να πορευτεί, λοιπόν, ένας νέος ποιητής; Ποια είναι η συμβουλή της;

«Να ακούει μόνο τι του λένε οι επιφυλάξεις του και να μη ζητάει τη γνώμη των "φτασμένων". Γιατί φτασμένοι είναι μόνο οι νεκροί».